Public transport
volume
British pronunciation/pˈʌblɪk tɹˈanspɔːt/
American pronunciation/pˈʌblɪk tɹˈænspoːɹt/

Ορισμός και Σημασία του "public transport"

Public transport
01

δημόσιες συγκοινωνίες, δημόσια μεταφορά

the system of transport including buses, trains, etc. that are available for everyone to use, provided by the government or by companies
Dialectbritish flagBritish
Wiki
public transport definition and meaning
example
Example
click on words
Public transport is a convenient option for commuting in large cities, as it reduces traffic congestion.
Οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι μια βολική επιλογή για τη μετακίνηση σε μεγάλες πόλεις, καθώς μειώνουν την κυκλοφοριακή συμφόρηση.
She prefers using public transport instead of driving, as it is more environmentally friendly and cost-effective.
Προτιμά να χρησιμοποιεί δημόσιες συγκοινωνίες αντί για οδήγηση, καθώς είναι πιο φιλικό προς το περιβάλλον και οικονομικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store