public relations
pub
ˈpʌb
pab
lic
lɪk
lik
re
ri
la
leɪ
lei
tions
ʃənz
shēnz
PR

Ορισμός και σημασία του "public relations"στα αγγλικά

Public relations
01

δημόσιες σχέσεις

the process of presenting a favorable public image of a person, firm, or institution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company's public relations team worked tirelessly to manage the fallout from the recent scandal. 

Η ομάδα δημόσιων σχέσεων της εταιρείας εργάστηκε ακούραστα για να διαχειριστεί τις επιπτώσεις του πρόσφατου σκανδάλου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store