balustrade
ba
ˈbæ
lust
ˌləst
lēst
rade
reɪd
reid

Ορισμός και σημασία του "balustrade"στα αγγλικά

01

κουπαστή, περίφραξη

a row of connected posts placed at the edge of a height such as stairway, balcony, etc. in order to protect people from falling 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
balustrades
Παραδείγματα
The staircase was adorned with an ornate wrought iron balustrade, adding a touch of elegance to the foyer. 

Η σκάλα ήταν διακοσμημένη με μια περίτεχνη κουπαστή από σφυρηλατημένο σίδερο, προσθέτοντας μια πινελιά κομψότητας στο χώρο υποδοχής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store