Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
public
01
δημόσιος, κοινός
connected with the general people or society, especially in contrast to specific groups or elites
Παραδείγματα
The event attracted public interest due to its wide-reaching appeal.
Η εκδήλωση προσέλκυσε το ενδιαφέρον του κοινού λόγω της ευρείας έκτασης της έκκλησής της.
02
δημόσιος, κοινός
available to and shared by everyone, not only for a special group
Παραδείγματα
The public swimming pool is a great place for families to cool off during the summer.
Η δημόσια πισίνα είναι ένα εξαιρετικό μέρος για τις οικογένειες να δροσιστούν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Public
Παραδείγματα
The initiative aims to educate the public about environmental conservation.
Η πρωτοβουλία στοχεύει στην εκπαίδευση του κοινού σχετικά με τη διατήρηση του περιβάλλοντος.
02
κοινό, ακροατήριο
a group of people who share a common interest or focus, often engaging collectively around a specific topic, activity, or cause
Παραδείγματα
The club has a loyal public of book lovers who meet every month.
Ο σύλλογος έχει ένα πιστό κοινό από λάτρεις των βιβλίων που συναντώνται κάθε μήνα.
Λεξικό Δέντρο
nonpublic
publicly
semipublic
public
publ



























