puberty
Pronunciation
/ˈpjubɝti/

Ορισμός και σημασία του "puberty"στα αγγλικά

01

εφηβεία, εφηβική ηλικία

the stage in which a child's body develops into an adult body capable of reproduction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Emotional changes can accompany puberty as well.
Οι συναισθηματικές αλλαγές μπορούν επίσης να συνοδεύουν την εφηβεία.

Λεξικό Δέντρο

prepuberty
pubertal
puberty
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store