Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Psychopath
01
ψυχοπαθής, κοινωνιοπαθής
someone with a severe mental condition that makes them prone to violent or antisocial behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
psychopaths
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
psychopathic
psychopath
psycho
path



























