Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prudery
01
σεμνοτυφία
the sate of propriety or modesty to the extreme that it becomes pretentious
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pruderies
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prudery
prude



























