prudery
pru
ˈpru:
proo
de
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "prudery"στα αγγλικά

01

σεμνοτυφία

the sate of propriety or modesty to the extreme that it becomes pretentious 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pruderies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prudery
prude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store