prudent
pru
ˈpru:
proo
dent
dənt
dēnt

Ορισμός και σημασία του "prudent"στα αγγλικά

01

συνετός, προσεκτικός

showing sensibility and wisdom, especially in avoiding risks or making decisions 
prudent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prudent
συγκριτικός βαθμός
more prudent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, decision-making, character
Παραδείγματα
The prudent investor diversified their portfolio to minimize risk. 

Ο προσεκτικός επενδυτής διαφοροποίησε το χαρτοφυλάκιό του για να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imprudent
prudential
prudently
prudent
prud
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store