proximity
prox
prɑk
πρακ
i
ˈsɪ
σι
mi
μα
ty
ti
τι
/pɹɒksˈɪmɪti/

Ορισμός και σημασία του "proximity"στα αγγλικά

01

εγγύτητα, γειτνίαση

the property of being close together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

εγγύτητα, γειτονιά

the immediate surrounding or area that is near or close around a person or thing
Παραδείγματα
The astronaut observed stars and planets in the proximity of the space station's orbit.
Ο αστροναύτης παρατήρησε αστέρια και πλανήτες στην εγγύτητα της τροχιάς του διαστημικού σταθμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store