Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prowl
01
κατασκοπεύω, κινώся κρυφά
to move stealthily and with intent, especially by a predatory animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
prowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
prowls
ενεστώτα μετοχή
prowling
απλός αόριστος
prowled
παθητική μετοχή
prowled
02
περιφέρομαι, τριγυρίζω
to roam about without a specific purpose
Παραδείγματα
Security guards prowl the premises to ensure safety.
Οι φύλακες ασφαλείας περιφέρονται στις εγκαταστάσεις για να διασφαλίσουν την ασφάλεια.
Prowl
01
λαθραία περιπλάνηση, κρυφός περιπάτος
the act of prowling (walking about in a stealthy manner)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
prowler
prowl



























