to prowl
prowl
praʊl
prawl
afoulgrowlscowljowl

Ορισμός και σημασία του "prowl"στα αγγλικά

to prowl
01

κατασκοπεύω, κινώся κρυφά

to move stealthily and with intent, especially by a predatory animal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
prowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
prowls
ενεστώτα μετοχή
prowling
απλός αόριστος
prowled
παθητική μετοχή
prowled
02

περιφέρομαι, τριγυρίζω

to roam about without a specific purpose 
Παραδείγματα
The cat liked to prowl around the neighborhood at night. 

Η γάτα άρεσε να περιφέρεται γύρω από τη γειτονιά τη νύχτα.

01

λαθραία περιπλάνηση, κρυφός περιπάτος

the act of prowling (walking about in a stealthy manner) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prowler
prowl
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store