prow
prow
praʊ
praw
chowmeowbrowfrau

Ορισμός και σημασία του "prow"στα αγγλικά

01

πλώρη, πρύμνη

the forward part of a ship or boat, typically pointed and leading ahead through the water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prows
Παραδείγματα
The ship's prow cut through the waves as it sailed into the open sea. 

Η πλώρη του πλοίου έκοβε τα κύματα καθώς πλέοντας στην ανοιχτή θάλασσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store