providence
pro
ˈprɒ
pro
vi
vi
dence
dəns
dēns
provinceprovence

Ορισμός και σημασία του "providence"στα αγγλικά

01

προνοητικότητα, συνετότητα

the careful management and foresight exercised by a person in handling resources or affairs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her providence in budgeting allowed the project to succeed. 

Η προνοητικότητά της στον προϋπολογισμό επέτρεψε στο έργο να επιτύχει.

02

πρόνοια, η θεία πρόνοια

the divine guidance, care, and intervention of a higher power 
Παραδείγματα
The religious community attributed their survival in difficult times to the providence of God, believing in divine protection. 

Η θρησκευτική κοινότητα αποδίδει την επιβίωσή τους σε δύσκολους καιρούς στη πρόνοια του Θεού, πιστεύοντας στη θεϊκή προστασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store