Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Providence
01
προνοητικότητα, συνετότητα
the careful management and foresight exercised by a person in handling resources or affairs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her providence in budgeting allowed the project to succeed.
Η προνοητικότητά της στον προϋπολογισμό επέτρεψε στο έργο να επιτύχει.
02
πρόνοια, η θεία πρόνοια
the divine guidance, care, and intervention of a higher power
Παραδείγματα
The religious community attributed their survival in difficult times to the providence of God, believing in divine protection.
Η θρησκευτική κοινότητα αποδίδει την επιβίωσή τους σε δύσκολους καιρούς στη πρόνοια του Θεού, πιστεύοντας στη θεϊκή προστασία.
Λεξικό Δέντρο
improvidence
providence
provide



























