protestation
pro
ˌprɒ
προ
tes
ˈtɪs
τισ
ta
teɪ
τει
tion
ʃən
σαν
malformationfocalizationabbreviationaccumulation

Ορισμός και σημασία του "protestation"στα αγγλικά

01

διαμαρτυρία, αντίρρηση

an assertive and direct statement of objection or disapproval 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
protestations
Παραδείγματα
Despite his loud protestation of innocence, the jury found him guilty. 

Παρά τη δυνατή διαμαρτυρία του για την αθωότητά του, οι ένορκοι τον βρήκαν ένοχο.

02

διαμαρτυρία

a formal and solemn declaration of objection 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store