protestation
Pronunciation
/ˌpɹoʊˌtɛsˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "protestation"στα αγγλικά

01

διαμαρτυρία, αντίρρηση

an assertive and direct statement of objection or disapproval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
protestations
Παραδείγματα
The politician 's protestation regarding the new law ignited a fervent public debate.
Η διαμαρτυρία του πολιτικού σχετικά με τον νέο νόμο πυροδότησε έναν έντονο δημόσιο διάλογο.
02

διαμαρτυρία

a formal and solemn declaration of objection
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store