Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prosthetic
01
προθετικός
relating to or involving an artificial leg, hand, tooth, etc. used to replace or enhance missing or damaged body parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, technology, anatomy
Παραδείγματα
He wore a prosthetic limb to help him walk after losing his leg in an accident.
Φορούσε ένα προσθετικό μέλος για να τον βοηθήσει να περπατήσει αφού έχασε το πόδι του σε ένα ατύχημα.
02
προθετικός, σχετικός με τις προθέσεις
of or relating to prosthetics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prosthetic
prosthet



























