prosthesis
pros
ˌprɔs
προσ
the
ˈθɛ
θε
sis
sɪs
σισ
/pɹˈɒsθəsˌɪs/

Ορισμός και σημασία του "prosthesis"στα αγγλικά

01

προσθετικό, προσθετικό μέλος

corrective consisting of a replacement for a part of the body
prosthesis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prostheses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store