Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proselyte
01
προσήλυτος, νεοφώτιστος
a new convert; especially a gentile converted to Judaism
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proselytes
Λεξικό Δέντρο
proselytize
proselyte



























