prosecutor
Pronunciation
/ˈpɹɑsɪkˌjutɝ/

Ορισμός και σημασία του "prosecutor"στα αγγλικά

01

εισαγγελέας, κατήγορος

a legal official who represents the state in criminal proceedings and brings charges against individuals or organizations suspected of breaking the law
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prosecutors
Παραδείγματα
As the prosecutor, she was responsible for presenting the state's case in court.
Ως εισαγγελέας, ήταν υπεύθυνη για την παρουσίαση της υπόθεσης του κράτους στο δικαστήριο.

Λεξικό Δέντρο

prosecutor
prosecute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store