Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to proscribe
01
απαγορεύω, αποκλείω
to officially ban the existence or practice of something
Transitive: to proscribe an action or practice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
proscribe
γ΄ ενικό πρόσωπο
proscribes
ενεστώτα μετοχή
proscribing
απλός αόριστος
proscribed
παθητική μετοχή
proscribed
Παραδείγματα
The new regulations will proscribe the operation of outdated machinery in factories.
Οι νέοι κανονισμοί θα απαγορεύσουν τη λειτουργία παρωχημένων μηχανημάτων στα εργοστάσια.
Λεξικό Δέντρο
proscribed
proscribe



























