propane
pro
ˈprəʊ
prew
pane
peɪn
pein
profanepropanonepropene

Ορισμός και σημασία του "propane"στα αγγλικά

01

προπάνιο, αέριο προπάνιο

a type of liquefied petroleum gas used as a fuel in vehicles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
propanes
Παραδείγματα
They converted their vehicle to run on propane for cost savings. 

Μετέτρεψαν το όχημά τους για να λειτουργεί με προπάνιο για εξοικονόμηση κόστους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store