Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Propagation
01
διάδοση, πολλαπλασιασμός
the process of natural multiplication; representing the expansion of a population over time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
propagations
Παραδείγματα
Scientists studied the propagation of bacteria in different conditions.
Οι επιστήμονες μελέτησαν την διάδοση των βακτηρίων σε διαφορετικές συνθήκες.
02
διάδοση, εξάπλωση
the spreading of something (a belief or practice) into new regions
03
διάδοση, μετάδοση
the way a wave travels through a medium
Παραδείγματα
The propagation of ocean waves can be influenced by the wind and the sea floor.
Η διάδοση των ωκεάνιων κυμάτων μπορεί να επηρεαστεί από τον άνεμο και τον πυθμένα της θάλασσας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
propagation
propagate
propag



























