Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to proofread
01
διορθώνω, ελέγχω
to read and correct the mistakes of a written or printed text
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
proofread
γ΄ ενικό πρόσωπο
proofreads
ενεστώτα μετοχή
proofreading
απλός αόριστος
proofread
παθητική μετοχή
proofread
Παραδείγματα
Before printing the final version of the brochure, the designer carefully proofread it one last time to catch any formatting issues.
Πριν από την εκτύπωση της τελικής έκδοσης του φυλλαδίου, ο σχεδιαστής το διόρθωσε προσεκτικά μια τελευταία φορά για να εντοπίσει τυχόν προβλήματα μορφοποίησης.
Λεξικό Δέντρο
proofreader
proofreading
proofread
proof
read



























