Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to proofread
01
διορθώνω, ελέγχω
to read and correct the mistakes of a written or printed text
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
proofread
γ΄ ενικό πρόσωπο
proofreads
ενεστώτα μετοχή
proofreading
απλός αόριστος
proofread
παθητική μετοχή
proofread
Παραδείγματα
Before submitting her essay, she asked her friend to proofread it for any typos or grammatical errors.
Πριν υποβάλει την έκθεσή της, ζήτησε από τη φίλη της να την ελέγξει για τυπογραφικά ή γραμματικά λάθη.
Λεξικό Δέντρο
proofreader
proofreading
proofread
proof
read



























