Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prominence
01
σημασία, διασημότητα
the state or quality of being important, well-known, or noticeable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prominences
02
σημασία, διασημότητα
relative importance
03
προεξοχή, εξόγκωμα
something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prominence
promin



























