Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to proliferate
01
πολλαπλασιάζομαι, αυξάνομαι ραγδαία
to grow in amount or number rapidly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
proliferate
γ΄ ενικό πρόσωπο
proliferates
ενεστώτα μετοχή
proliferating
απλός αόριστος
proliferated
παθητική μετοχή
proliferated
Παραδείγματα
The bacteria were proliferating in the warm and humid environment.
Τα βακτήρια πολλαπλασιάζονταν στο ζεστό και υγρό περιβάλλον.
02
πολλαπλασιάζομαι, εξαπλώνομαι
to cause something to increase rapidly in number or size
Transitive: to proliferate sth
Παραδείγματα
The invasive species proliferated a disturbance throughout the ecosystem, disrupting local wildlife.
Το εισβλητικό είδος πολλαπλασίασε μια διαταραχή σε όλο το οικοσύστημα, διαταράσσοντας την τοπική άγρια ζωή.
Λεξικό Δέντρο
proliferation
proliferate



























