to proliferate
pro
prə
prē
li
ˈlɪ
li
fe
rate
reɪt
reit
vociferate

Ορισμός και σημασία του "proliferate"στα αγγλικά

to proliferate
01

πολλαπλασιάζομαι, αυξάνομαι ραγδαία

to grow in amount or number rapidly 
Intransitive
to proliferate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
proliferate
γ΄ ενικό πρόσωπο
proliferates
ενεστώτα μετοχή
proliferating
απλός αόριστος
proliferated
παθητική μετοχή
proliferated
Παραδείγματα
As technology improved, the number of smartphone users began to proliferate. 

Καθώς η τεχνολογία βελτιωνόταν, ο αριθμός των χρηστών smartphone άρχισε να πολλαπλασιάζεται.

02

πολλαπλασιάζομαι, εξαπλώνομαι

to cause something to increase rapidly in number or size 
Transitive: to proliferate sth
Παραδείγματα
The new technology helped to proliferate digital media content across the globe. 

Η νέα τεχνολογία βοήθησε στην εξάπλωση του ψηφιακού περιεχομένου μέσων σε όλο τον κόσμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store