projector
pro
prə
prē
jec
ˈʤɛk
jek
tor
protectorprospector

Ορισμός και σημασία του "projector"στα αγγλικά

01

προβολέας, βιντεοπροβολέας

a device used for making images or videos appear on a screen, wall, or other flat surfaces 
projector definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
projectors
Παραδείγματα
The classroom was equipped with a state-of-the-art projector, allowing teachers to display educational videos and presentations. 

Η τάξη ήταν εξοπλισμένη με έναν προβολέα τελευταίας τεχνολογίας, που επέτρεπε στους δασκάλους να προβάλλουν εκπαιδευτικά βίντεο και παρουσιάσεις.

02

προβολέας, συσκευή προβολής

an optical device that emits or directs a beam of light 
Παραδείγματα
The lighthouse projector guided ships safely to shore. 

Ο προβολέας του φάρου οδηγούσε τα πλοία με ασφάλεια στην ακτή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store