Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prognostication
01
πρόβλεψη, προγνωστική
a statement meaning to predict or guess the events of the future
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prognostications
Παραδείγματα
The weather forecast was a form of prognostication about the upcoming storm.
Η πρόγνωση του καιρού ήταν μια μορφή προγνωστικού για την επερχόμενη καταιγίδα.
02
προφητεία, πρόβλεψη
a statement made about the future
03
προμήνυμα, πρόγνωση
a sign of something about to happen
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prognostication
prognosticate
prognostic



























