Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Profuseness
01
αφθονία, περισσειά
the quality or state of something being present in large quantities that go beyond normal levels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Holiday displays often featured an eye-catching profuseness of festive lights, decorations and inflatables.
Οι γιορτινές εκθέσεις συχνά παρουσίαζαν μια εντυπωσιακή αφθονία από γιορτινά φώτα, διακοσμήσεις και φουσκωτά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
profuseness
profuse



























