Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proficient
01
επιδέξιος, έμπειρος
having or showing a high level of knowledge, skill, and aptitude in a particular area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most proficient
συγκριτικός βαθμός
more proficient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is highly proficient in playing the piano and can tackle complex compositions with ease.
Είναι πολύ ειδήμων στο παίξιμο του πιάνου και μπορεί να αντιμετωπίσει πολύπλοκες συνθέσεις με ευκολία.
02
επιδέξιος, ικανός
of or relating to technique or proficiency in a practical skill
Λεξικό Δέντρο
proficiently
proficient
profici



























