Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profane
01
βεβήλωση, βλάσφημος
showing lack of respect for holy things or God, especially by using offensive or obscene language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most profane
συγκριτικός βαθμός
more profane
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
During the religious ceremony, an attendee loudly shouted profane remarks, disrupting the solemn atmosphere and disrespecting the sacred occasion.
Κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής τελετής, ένας παρευρισκόμενος φώναξε δυνατά βλάσφημες παρατηρήσεις, διαταράσσοντας την επίσημη ατμόσφαιρα και ασέβησε την ιερή περίσταση.
02
κοσμικός, εξωτερικός
not relating or devoted to religious purposes or spiritual matters
Παραδείγματα
Within the library's collection, one can find books that cater to diverse interests, covering religious texts as well as profane literature on secular topics such as science, history, and philosophy.
Μέσα στη συλλογή της βιβλιοθήκης, μπορεί κανείς να βρει βιβλία που καλύπτουν ποικίλα ενδιαφέροντα, συμπεριλαμβανομένων θρησκευτικών κειμένων καθώς και κοσμικής λογοτεχνίας για κοσμικά θέματα όπως η επιστήμη, η ιστορία και η φιλοσοφία.
03
βεβήλωση, ιεροσυλία
grossly irreverent toward what is held to be sacred
04
βεβήλωτος, ακάθαρτος
not holy because unconsecrated or impure or defiled
to profane
01
βεβηλώνω, παραβιάζω τον ιερό χαρακτήρα
violate the sacred character of a place or language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
profane
γ΄ ενικό πρόσωπο
profanes
ενεστώτα μετοχή
profaning
απλός αόριστος
profaned
παθητική μετοχή
profaned
02
βεβηλώνω, διαφθείρω
corrupt morally or by intemperance or sensuality
Λεξικό Δέντρο
profanely
profaneness
profane



























