baldy
bal
ˈbɔ:l
bawl
dy
di
di
badlybandybawdybalmy

Ορισμός και σημασία του "baldy"στα αγγλικά

01

φαλακρός, κοιλάκος

someone who has no hair on their head 
baldy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baldies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store