Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prizewinning
01
βραβευμένος, νικητής
holding first place in a contest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prizewinning
συγκριτικός βαθμός
more prizewinning
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
prizewinning
prize
winning



























