Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prizefight
01
αγώνας με έπαθλο, επαγγελματικός αγώνας πυγμαχίας
a professional boxing match where boxers compete for a cash prize
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prizefights
Παραδείγματα
The prizefight ended in a knockout in the early rounds.
Ο επαγγελματικός αγώνας πυγμαχίας έληξε με νοκάουτ στους πρώτους γύρους.
to prizefight
01
πολεμώ για ένα βραβείο, κάνω πυγμαχία για χρήματα
box for a prize or money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prizefight
γ΄ ενικό πρόσωπο
prizefights
ενεστώτα μετοχή
prizefighting
απλός αόριστος
prizefighted
παθητική μετοχή
prizefighted
Λεξικό Δέντρο
prizefight
prize
fight



























