Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
privileged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most privileged
συγκριτικός βαθμός
more privileged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The privileged few were granted exclusive access to the private club's amenities.
Οι λίγοι προνόμιοι έλαβαν αποκλειστική πρόσβαση στις παροχές του ιδιωτικού κλαμπ.
02
προνόμιος, αποκλειστικός
confined to an exclusive group
03
προνόμιος, απαλλαγμένος
not subject to usual rules or penalties
Λεξικό Δέντρο
underprivileged
privileged
privilege



























