privileged
privileged
'prɪvəlɪʤd
privēlijd

Ορισμός και σημασία του "privileged"στα αγγλικά

privileged
01

προνόμιος, προνομιούχος

having special advantages that are not available to everyone 

good

privileged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most privileged
συγκριτικός βαθμός
more privileged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The privileged few were granted exclusive access to the private club's amenities. 

Οι λίγοι προνόμιοι έλαβαν αποκλειστική πρόσβαση στις παροχές του ιδιωτικού κλαμπ.

02

προνόμιος, αποκλειστικός

confined to an exclusive group 
03

προνόμιος, απαλλαγμένος

not subject to usual rules or penalties 

Λεξικό Δέντρο

underprivileged
privileged
privilege
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store