Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
privileged
/ˈpɹɪvɪɫədʒd/, /ˈpɹɪvɪɫɪdʒd/, /ˈpɹɪvɫədʒd/, /ˈpɹɪvɫɪdʒd/
privileged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most privileged
συγκριτικός βαθμός
more privileged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The privileged elite lived in gated communities, sheltered from the struggles of the less fortunate.
Η προνόμια ελίτ ζούσε σε κλειστές κοινότητες, προστατευμένη από τους αγώνες των λιγότερο τυχερούς.
02
προνόμιος, αποκλειστικός
confined to an exclusive group
03
προνόμιος, απαλλαγμένος
not subject to usual rules or penalties
Λεξικό Δέντρο
underprivileged
privileged
privilege



























