Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prismatic
01
πρισματικός, σε σχήμα πρίσματος
resembling or containing a prism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prismatic
συγκριτικός βαθμός
more prismatic
διαβαθμίσιμο
02
πρισματικός, με φασματικά χρώματα
exhibiting spectral colors formed by refraction of light through a prism
Λεξικό Δέντρο
prismatic
prism



























