prismatic
Pronunciation
/pɹɪzˈmætɪk/

Ορισμός και σημασία του "prismatic"στα αγγλικά

01

πρισματικός, σε σχήμα πρίσματος

resembling or containing a prism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prismatic
συγκριτικός βαθμός
more prismatic
διαβαθμίσιμο
02

πρισματικός, με φασματικά χρώματα

exhibiting spectral colors formed by refraction of light through a prism

Λεξικό Δέντρο

prismatic
prism
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store