primping
prim
ˈprɪm
prim
ping
pɪng
ping
primingprinting

Ορισμός και σημασία του "primping"στα αγγλικά

01

προσεκτική περιποίηση, σχολαστική περιποίηση

careful or finicky grooming 
primping definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
primpings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

primping
primp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store