Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Primping
01
προσεκτική περιποίηση, σχολαστική περιποίηση
careful or finicky grooming
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
primpings
Λεξικό Δέντρο
primping
primp



























