Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Primitive art
01
πρωτόγονη τέχνη, φυλετική τέχνη
art that is created with simple materials and techniques, often with spiritual or religious purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























