Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Primacy
01
πρωτοκαθεδρία, υπεροχή
the state in which a person or thing is of the highest importance, rank, or power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The historical document underscored the primacy of the ruling monarch in shaping the nation's laws.
Το ιστορικό έγγραφο τόνισε την πρωτοκαθεδρία του κυρίαρχου μονάρχη στη διαμόρφωση των νόμων του έθνους.
Λεξικό Δέντρο
primacy
prim



























