Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prima ballerina
01
πρίμα μπαλαρίνα, πρωταγωνίστρια του μπαλέτου
a leading female dancer in a ballet company, recognized for her exceptional skill, artistry, and prominence in performances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prima ballerinas
Παραδείγματα
The prima ballerina's grace and poise were evident in every movement she made on stage.
Η χάρη και η ποιότητα της πρίμα μπαλαρίνας ήταν εμφανής σε κάθε κίνηση που έκανε στη σκηνή.



























