Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prima
01
μήλο τραπέζι, μήλο για φαγητό
used primarily as eating apples
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
primas
prima
01
εξαιρετικός, πρώτης τάξεως
being of the highest quality or rank, often in performance or status
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prima
συγκριτικός βαθμός
more prima
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She delivered a prima performance, captivating the audience with her flawless acting and emotional depth.
Παρουσίασε μια πρίμα παράσταση, γοητεύοντας το κοινό με την άψογη ερμηνεία της και το συναισθηματικό βάθος.
Λεξικό Δέντρο
primary
prima



























