Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pride
01
υπερηφάνεια, αλαζονεία
the quality of having excessive self-esteem that is considered a sin in religious beliefs
Παραδείγματα
She realized that her pride was getting in the way of her relationships.
Συνειδητοποίησε ότι η αλαζονεία της εμπόδιζε τις σχέσεις της.
02
υπερηφάνεια, αξιοπρέπεια
a sense of self-respect, dignity, or personal worth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prides
Παραδείγματα
She felt pride after completing the marathon.
Ένιωσε υπερηφάνεια μετά την ολοκλήρωση του μαραθωνίου.
03
υπερηφάνεια, αγέλη λιονταριών
a number of lions that live together as a social unit
Παραδείγματα
A pride of lions rested under the acacia trees.
Ένα κοπάδι λιονταριών ξεκουράστηκε κάτω από τις ακακίες.
04
υπερηφάνεια, αξιοπρέπεια
a motivating trait driven by the desire to uphold one's standards
Παραδείγματα
She tackled the challenge out of pride in her abilities.
Αντιμετώπισε την πρόκληση από υπερηφάνεια για τις ικανότητές της.
to pride
01
περηφανεύομαι, νιώθω περήφανος
to feel pleased about someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
pride
γ΄ ενικό πρόσωπο
prides
ενεστώτα μετοχή
priding
απλός αόριστος
prided
παθητική μετοχή
prided
Παραδείγματα
The company prides itself on quality and innovation.
Η εταιρεία περηφανεύεται για την ποιότητα και την καινοτομία.
Λεξικό Δέντρο
prideful
pride



























