Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pricker
01
αγκάθι, μύτη
a small sharp-pointed tip resembling a spike on a stem or leaf
02
σουβλί, τρυπητήρι
an awl for making small holes for brads or small screws
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prickers
Λεξικό Δέντρο
pricker
prick



























