Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preventative
01
προληπτικό
remedy that prevents or slows the course of an illness or disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preventatives
02
αντισυλληπτικό, προληπτικό
an agent or device intended to prevent conception
03
εμπόδιο, φραγμός
any obstruction that impedes or is burdensome
preventative
01
προληπτικός, αποτρεπτικός
intended to hinder or prevent something from happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Providing employee training on safety procedures is a preventative action to reduce workplace accidents.
Η παροχή εκπαίδευσης στους εργαζόμενους σχετικά με τις διαδικασίες ασφαλείας είναι μια προληπτική ενέργεια για τη μείωση των ατυχημάτων στον χώρο εργασίας.
02
προληπτικός, προφυλακτικός
designed to stop something harmful from happening, especially related to health or diseases
Παραδείγματα
The clinic offers various preventative screenings to detect potential health issues early on.
Η κλινική προσφέρει διάφορες προληπτικές εξετάσεις για την ανίχνευση πιθανών προβλημάτων υγείας νωρίς.
Λεξικό Δέντρο
preventative
prevent



























