Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preteen
01
προεφηβικός, παιδί ηλικίας 9 έως 12 ετών
a child who is between the ages of 9 and 12
Παραδείγματα
Mary 's preteen cousin enjoys reading books and playing sports, exploring different interests as she grows older.
Η ξαδέρφη της Mary στην προεφηβική ηλικία απολαμβάνει να διαβάζει βιβλία και να παίζει αθλήματα, εξερευνώντας διαφορετικά ενδιαφέροντα καθώς μεγαλώνει.
preteen
01
προεφηβικός
related to the age group typically ranging from about 9 to 12 years old
Παραδείγματα
The preteen soccer league encourages physical activity and teamwork among children in the pre-adolescent age range.
Το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου προεφηβικής ηλικίας ενθαρρύνει τη σωματική δραστηριότητα και την ομαδικότητα μεταξύ των παιδιών στην προεφηβική ηλικιακή ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
preteen
teen



























