Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Preteen
01
προεφηβικός, παιδί ηλικίας 9 έως 12 ετών
a child who is between the ages of 9 and 12
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preteens
Παραδείγματα
Sarah's daughter is a preteen, showing signs of independence and maturity as she approaches adolescence.
Η κόρη της Σάρα είναι μια προεφηβική, που δείχνει σημάδια ανεξαρτησίας και ωριμότητας καθώς πλησιάζει στην εφηβεία.
preteen
01
προεφηβικός
related to the age group typically ranging from about 9 to 12 years old
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The preteen fashion store caters to the tastes and sizes of children between 9 and 12 years old.
Το κατάστημα μόδας πριν την εφηβεία εξυπηρετεί τα γούστα και τα μεγέθη παιδιών μεταξύ 9 και 12 ετών.
Λεξικό Δέντρο
preteen
teen



























