Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presumptive
01
εικαζόμενος
probably true due to being reasonable and based on the available facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most presumptive
συγκριτικός βαθμός
more presumptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Given the circumstantial evidence, the suspect ’s guilt was considered presumptive.
Δεδομένων των περιστασιακών αποδείξεων, η ενοχή του υπόπτου θεωρήθηκε προσωρινή.
02
ενδεχόμενος, υποτιθέμενος
having a reasonable basis for belief or acceptance
Λεξικό Δέντρο
presumptively
presumptive
presumpt



























