Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preserved
01
διατηρημένος, προστατευμένος
kept intact or in a particular condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preserved
συγκριτικός βαθμός
more preserved
διαβαθμίσιμο
02
διατηρημένος, προστατευμένος
prevented from decaying or spoiling and prepared for future use
Λεξικό Δέντρο
preserved
preserve



























