Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Present participle
01
ενεργητική μετοχή, μορφή ρήματος που λήγει σε -οντας
(grammar) a verb form that typically ends in -ing and is used to indicate ongoing actions, continuous states, or simultaneous actions in relation to the main verb of a sentence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
present participles
Παραδείγματα
The present participle of "run" is "running."
Το ενεργητική μετοχή του "run" είναι "running".



























