preschool
Pronunciation
/ˈpriːˌskuːl/
pre-school

Ορισμός και σημασία του "preschool"στα αγγλικά

01

νηπιαγωγείο, παιδικός σταθμός

a place that children under the age of six can go to learn and play
preschool definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
preschools
Παραδείγματα
We drop off our son at preschool in the morning and pick him up in the afternoon.
Αφήνουμε τον γιο μας στο νηπιαγωγείο το πρωί και τον παίρνουμε το απόγευμα.
01

προσχολικός, νηπιαγωγείο

related to or suitable for young children before they start formal education
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store