Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prerequisite
01
προαπαιτούμενο, προϋπόθεση
something that is required as a precondition for something else following
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prerequisites
Παραδείγματα
A bachelor's degree is a prerequisite for admission to the master's program.
Το πτυχίο πτυχίου είναι προϋπόθεση για την εισαγωγή στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα.
prerequisite
01
προαπαιτούμενος, απαραίτητος
necessary or indispensable as a prior condition before something else can happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
requirement, condition, procedure
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prerequisite
requisite



























