Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prepossess
01
προκαλώ θετική εντύπωση, επηρεάζω ευνοϊκά
to positively impact someone’s opinion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prepossess
γ΄ ενικό πρόσωπο
prepossesses
ενεστώτα μετοχή
prepossessing
απλός αόριστος
prepossessed
παθητική μετοχή
prepossessed
Παραδείγματα
Her confident and friendly demeanor always prepossesses those she meets.
Η σίγουρη και φιλική της συμπεριφορά πάντα προκαλεί ευνοϊκή εντύπωση σε όσους συναντά.
02
καταλαμβάνω το μυαλό, εμμονή
to make someone mainly think about something in particular
Παραδείγματα
She is constantly prepossessing herself with worries about things beyond her control.
Είναι συνεχώς απασχολημένη με ανησυχίες για πράγματα πέρα από τον έλεγχό της.
03
προκαλώ θετική εντύπωση εκ των προτέρων, κάνω μια καλή εντύπωση από πριν
make a positive impression (on someone) beforehand
04
κατέχω εκ των προτέρων, έχω προηγουμένως
possess beforehand
Λεξικό Δέντρο
prepossessing
prepossess
possess



























