to prepossess
Pronunciation
/pɹɪpəzˈɛs/

Ορισμός και σημασία του "prepossess"στα αγγλικά

to prepossess
01

προκαλώ θετική εντύπωση, επηρεάζω ευνοϊκά

to positively impact someone’s opinion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prepossess
γ΄ ενικό πρόσωπο
prepossesses
ενεστώτα μετοχή
prepossessing
απλός αόριστος
prepossessed
παθητική μετοχή
prepossessed
Παραδείγματα
Her impeccable reputation has prepossessed many clients in favor of her company.
Η άψογη φήμη της έχει επηρεάσει θετικά πολλούς πελάτες υπέρ της εταιρείας της.
02

καταλαμβάνω το μυαλό, εμμονή

to make someone mainly think about something in particular
Παραδείγματα
The mysterious letter prepossesses his mind, leaving no room for other concerns.
Το μυστηριώδες γράμμα καταλαμβάνει το μυαλό του, αφήνοντας χώρο για άλλες ανησυχίες.
03

προκαλώ θετική εντύπωση εκ των προτέρων, κάνω μια καλή εντύπωση από πριν

make a positive impression (on someone) beforehand
04

κατέχω εκ των προτέρων, έχω προηγουμένως

possess beforehand
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store