Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Premonition
01
προαίσθημα, προμήνυση
a strong feeling or sense that something unpleasant is going to happen, often without clear evidence or reason
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
premonitions
Παραδείγματα
She had a premonition that something bad was about to occur.
Είχε ένα προαίσθημα ότι κάτι κακό πρόκειται να συμβεί.
Λεξικό Δέντρο
premonition
monition
monit



























