premises
pre
ˈprɛ
pre
mi
mi
ses
sɪz
siz
premiss

Ορισμός και σημασία του "premises"στα αγγλικά

01

εγκαταστάσεις, κτίριο

the building and its surrounding land owned or used by a business 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
premises
Παραδείγματα
The company's premises included a modern office building surrounded by landscaped gardens. 

Οι εγκαταστάσεις της εταιρείας περιλάμβαναν ένα μοντέρνο κτίριο γραφείων περιβαλλόμενο από διακοσμητικούς κήπους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store